Το Δώρο-Στέφανος Ξενάκης

Το Δώρο αποτελεί μια συλλογή διηγημάτων και πρόκειται για το πρώτο βιβλίο του συγγραφέα Στέφανου Ξενάκη. Ο συγγραφέας, αν και δεν το δηλώνει στην περιγραφή στο μπροστινό μέρος του βιβλίου, μας έχει συστηθεί ως επιχειρηματίας σε συνεντεύξεις και ομιλίες του. Κυρίως, λέει, γιατί “επιχειρεί” πράγματα στη ζωή του.

Το Δώρο
Κάνε “κλικ” για να δεις το βιβλίο

Η πρώτη μου γνωριμία με κείμενό του ήταν καιρό πριν, όταν μια φίλη μου έστειλε να διαβάσω ένα κείμενο που την ενθουσίασε στο facebook. Ήταν το κείμενο που παρατίθεται τελευταίο στο βιβλίο: Μόνο αγάπη. Πρόκειται νομίζω για την πεμπτουσία της κοσμοθεωρίας του συγγραφέα. Αν ήταν να διαβάσει κανείς ένα μόνο κείμενό του, θα έπρεπε να είναι αυτό.

Στα ενδότερα το βιβλίο ξεκινάει με:

Γκολ απ’τ’αποδυτήρια:

Στην ιστορία αυτή ο συγγραφέας μας επισημαίνει τη σημασία του πρωινού ξυπνήματος, και της αξίας της επιβολής του δυναμικού εαυτού μας επί του τεμπέλη που κρύβουμε μέσα μας. <<Όταν κερδίζεις τη μάχη του κρεβατιού δηλώνεις ότι εσύ την ορίζεις τη ζωή>>. Η ιστορία αυτή δίνει ένα μάθημα κατά της αναβλητικότητας και υπέρ της ζωής. Μας παρακινεί να ξυπνάμε νωρίς. Στις 5 αν είναι δυνατόν, για να ζούμε τη μέρα σε όλο το μεγαλείο της. Αν το φιλοσοφήσουμε λίγο, στην τελική, δεν ήρθαμε εδώ για να κοιμηθούμε…

Οι στόχοι σου είναι η ζωή σου:

Εδώ ο κύριος Ξενάκης τονίζει τη σημασία του να έχει κανείς στόχους και να δουλεύει προς την κατεύθυνσή τους κάθε μέρα. Κάθε μέρα όμως. Μας θυμίζει τη σημασία της πειθαρχίας και της δέσμευσης στον στόχο. Όταν ο στόχος γίνει μέρος της ζωής, ένα μαζί της, τότε έχει μπει σε τροχιά πραγματοποίησης. <<Σχεδιάζουμε τις διακοπές μας καλύτερα από τη ζωή μας>>. Αν όντως σχεδιάζαμε τη ζωή μας με την ακρίβεια που σχεδιάζουμε τις διακοπές, οι ανεκπλήρωτοι στόχοι θα είχαν σβηστεί προ καιρού από τη λίστα. Να έχουμε κίνητρο σε ό,τι κάνουμε, έτσι πάει παρακάτω η ζωή.

Στο Δώρο ο Στέφανος συνθέτει ένα πρελούδιο ομορφιάς με νότες του τα αυτονόητα: περπατάω, βλέπω, ακούω, χαμογελώ. Έχω σπίτι και ένα κρεβάτι να κοιμηθώ. Έχω φαγητό κάθε μέρα και φοράω καθαρά ρούχα.

Όλες οι βεβαιότητες του δυτικού ανθρώπου-που έχει πια first-world-problems-μετατρέπονται σε καθημερινά θαύματα, για τα μάτια που ξέρουν να βλέπουν. Δε βλέπουν όλα τα μάτια ξέρετε… Γυρνώντας μία-μία τις σελίδες του <<Δώρου>> συντελείται η κατάρριψη του δεδομένου και η ανέγερση της ευγνωμοσύνης προς τη ζωή και τα δώρα της.

Δε γίνεται να σ’ αγαπάνε όλοι:

Στο κείμενο αυτό αποτυπώνεται η αγωνία του καλού παιδιού, που μεγάλωσε φοβισμένο μην χάσει την αποδοχή. Την αποδοχή που απολάμβανε από όλους, γιατί σε κανέναν δεν πήγε κόντρα ποτέ, γιατί δεν είπε σε κανέναν όχι. Εκτός από τον ίδιο. Η ιστορία του Στέφανου απευθύνεται σε όλα τα <<καλά παιδιά>> εκεί έξω, που αργά ή γρήγορα θα αποφασίσουν να πετάξουν από πάνω τους την υπερβολική ευγένεια και το <<δεν πειράζει>>. Και θα αρχίσουν να οριοθετούν τα όχι τους και να ζουν για τους ίδιους.

Το σημάδι:

Μια ιστορία αλληγορική. Ανάμεσα στη ζωή και στο κόκκινο λαμπάκι του αυτοκινήτου που ανάβει προειδοποιητικά. Τι κάνεις μόλις το δεις; Το αγνοείς; Πας απευθείας για έλεγχο ή το αναβάλλεις βάζοντάς το στη λίστα των εκκρεμοτήτων; <<Τ’ αγνοούμε τα σημάδια, κι ας ανάβει το λαμπάκι>>, λέει ο Στέφανος. Έτσι συμβαίνει και στη ζωή μας συχνά. Στις περισσότερες καταστάσεις στα προειδοποιητικά σημάδια κάνουμε ότι δεν βλέπουμε.

Κι αυτό θα περάσει:

Ο συγγραφέας απ’ ό,τι φαίνεται σε όλες τις ιστορίες του πιστεύει βαθιά στη δύναμη της φιλίας. <<Κολλητός δεν είναι αυτός που βλέπεις κάθε μέρα. Είναι αυτός που όποτε κι αν βρεθείς σας συνδέει κάτι πολύ βαθύ>>. Τα είπε όλα.

Γιατί

Ένα από τα πράγματα που με συγκλόνισαν περισσότερο στο βιβλίο είναι η εξής φράση:

<<1000 μήνες έχουμε. Τόσο βγαίνει>>

Πράγματι, αν διαιρέσουμε το 1000 δια 12, βγαίνουν 83 χρόνια και κάτι. Τα χρόνια μιας πλήρους ζωής, βάσει προσδόκιμου. Δηλαδή το μέγιστο που μπορεί κανείς να ζήσει είναι περίπου 1000 μήνες. Το είχε σκεφτεί κανείς σας αυτό; Δεν μας περισσεύουν για να τους σπαταλάμε…

Ποιος είσαι:

Εδώ, ο κύριος Ξενάκης, με τον ξεχωριστό του ενθουσιασμό, μας δηλώνει: εμείς θα αλλάξουμε τον κόσμο. Αυτή του η ιστορία έρχεται να συμπληρώσει την ιστορία με τους στόχους. Κι εκείνη με τη χώρα των ανθρώπων χωρίς παπούτσια. Όπου ο ένας απ’ τους δύο που την επισκέφθηκαν έφυγε, γιατί θεώρησε ότι στην χώρα αυτή οι άνθρωποι δεν θα αγόραζαν ποτέ παπούτσια. Ο άλλος επισκέπτης κοίταξε μπροστά, είδε μια ευκαιρία μπροστά του, και σκέφτηκε ότι αν μείνει εδώ θα πλουτίσει. Και πλούτισε. Γιατί είδε μπροστά από το προφανές, έθεσε ένα στόχο και δούλεψε για να τον κάνει πραγματικότητα.

Άλλο σημείο που ξεχώρισα στο βιβλίο:

<<Όταν θέλω κάτι το προγραμματίζω. Αλλιώς ξέρω ότι δε θα συμβεί>>.

Εδώ μας συστήνει την αξία της συνέπειας στις επιθυμίες μας και την κατάρριψη της μάστιγας του <<θα κανονίσουμε>>. Όλοι ξέρουν ότι δεν θα συμβεί, όταν το αφήνουν στο φλου. Τίποτα δεν συμβαίνει μόνο του. Απαιτείται κάποιος να δράσει για να γίνει.

Στο Δώρο ο Στέφανος μας μιλάει για έναν κόσμο που ισχυρίζεται συνέχεια ότι δεν προλαβαίνει, αλλά αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα είναι ότι δεν κατανοεί. Δεν κατανοεί ότι στο μυαλό του μόνο δεν προλαβαίνει. Και ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι που προλαβαίνουν και κάνουν 100 πράγματα μέσα στη μέρα, είναι γιατί την εκμεταλλεύονται στο 100% της. Την πίνουν ως την τελευταία της σταγόνα, όπως ο κύριος Ξενάκης, τον απολαυστικό του χυμό από ζουμερά πορτοκάλια κάθε πρωί.

Πέρα από την ενέργεια και τη θετικότητα που αναδύει η γραφή του, αν κάτι άλλο ξεχωρίζει στον συγγραφέα είναι η περιγραφικότητα και η ζωντάνια των αφηγήσεών του. Καταφέρνει να δημιουργεί ζωντανές εικόνες στον νου μέσα από λέξεις προσεκτικά διαλεγμένες. Μέσα από ξεχωριστά επίθετα, περιγράφει γλαφυρά τους ανθρώπους, τα χρώματα, τα ρούχα. Συμβάντα της καθημερινότητας τα καταγράφει σαν σενάριο ή σκηνές ταινίας, και δεν μπορείς παρά να αφεθείς στη μαγεία αυτή: της μεταμόρφωσης της πεζής καθημερινότητας σε μια έγχρωμη ιστορία από αστερόσκονη.

Στις κακές στιγμές συγκαταλέγω μια φράση στην ιστορία ‘’Πιάσε την πάσα’’, όπου στο διάλογο ο Θεός φέρεται να απαντάει <<ρε μαλάκα, τρεις έστειλα για να σε σώσουν>>. Νομίζω ότι η ιστορία μπορούσε να σταθεί και χωρίς την προσθήκη των λέξεων πριν το κόμμα στο στόμα του Θεού.

Διαβάζοντας το βιβλίο του διαπίστωσα ότι ο κύριος Ξενάκης αγαπά το επίθετο κορυφαίος. Κορυφαίος, κορυφαία, κορυφαίο. Έχει πολύ θετικό φορτίο η λέξη αυτή. Χαίρεσαι να την επαναλαμβάνεις. Το άκουσμά της και μόνο καταφέρνει να σχηματίζει ένα χαμόγελο στα χείλη… Είναι πολύ σοφή και έξυπνη η επιλογή της. Ό,τι κι αν περιγραφεί ως κορυφαίο έχει την προσοχή μας. Στην προκειμένη ο συγγραφέας μας προτρέπει να ζήσουμε τη ζωή μας κορυφαία.

Στις αδυναμίες του βιβλίου θα ανέφερα την μικρή επανάληψη των καθημερινών συνηθειών που μας προτρέπει να υιοθετήσουμε. Ίσως αυτό να οφείλεται στο ότι τα κείμενα είναι αυτοτελή και δεν γράφτηκαν για να συνδέονται κατ’ ανάγκη μεταξύ τους. Σαν σύνολο, ωστόσο, αυτό δημιουργεί μια αίσθηση επαναληψιμότητας. Πέρα απ’ αυτό, είναι τεράστια νίκη όντως να χαίρεται κανείς ακόμα και τα πιο μικρά πράγματα, τα αθέατα στο βιαστικό μάτι των άλλων. Ας το αποδώσω στο: Επανάληψη μήτηρ πάσης μαθήσεως.

Μια σκέψη που έκανα διαβάζοντας την ιστορία του μαγειρείου, είναι ότι αν κάποιος από τους κυρίους της περιγραφόμενης σκηνής διάβαζε την ιστορία ίσως τον ξάφνιαζε που στα μάτια του Στέφανου η σκηνή βιώθηκε έτσι. Για εκείνον ίσως η διπλανή παρέα δεν ήταν όντως τόσο εύθυμη και άξια παρατήρησης. Ή η σκηνή να μην ήταν όντως τόσο κορυφαία. Αλλά όλη η ομορφιά είναι ότι μέσα από το φίλτρο της αισιοδοξίας και των ζεστών ματιών του συγγραφέα ΒΙΩΘΗΚΕ έτσι.

Το πως είναι τα πράγματα είναι κάτι σχετικό. Το πως τα ζεις ο ίδιος, τελικά, έχει αντίκτυπο στη ζωή σου.

Συμπερασματικά, το βιβλίο «Το Δώρο» θα μπορούσε να ονομαστεί διαφορετικά και «Ωδή στην αισιοδοξία». Γεννά χαρά και όμορφες σκέψεις. Το περιβάλλει μια θετικότητα, συνολικά. Μας υπενθυμίζει ότι η ζωή έχει άπειρες προοπτικές και αμέτρητες επιλογές. Καθεμιά μας καθορίζει.

Είμαστε τελικά αυτοί που είμαστε όταν κανείς δεν μας βλέπει.

2 COMMENTS

  1. Πανέμορφο Review. Απλά να σας πω οτι αυτό το βιβλίο το πήρα και έχει ήδη αχρίσει να μου αλλάζει την ζωή

Comments are closed.